Το δημογραφικό «σπιράλ» που αδειάζει την Αρκαδία

ΧΑΡΤΗΣ

Η μεγάλη πτώση των γεννήσεων στην Ελλάδα δεν αποτελεί πια μια προσωρινή διακύμανση. Η έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του ΙΔΕΜ, δείχνει ότι οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 42% μεταξύ 2009 και 2024, ενώ ταυτόχρονα η ηλικία απόκτησης παιδιών μετατοπίστηκε σημαντικά προς τα πάνω.

Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε 68.467 γεννήσεις και 126.916 θανάτους. Έναν χρόνο αργότερα οι γεννήσεις μειώθηκαν εκ νέου, στις 65.594, κατά 4,2%. Τα νεότερα προσωρινά στοιχεία αφήνουν μια μικρή χαραμάδα σταθεροποίησης: στο πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκαν 31.390 γεννήσεις έναντι 31.386 το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025. Η διαφορά όμως είναι μόλις τέσσερις γεννήσεις και επομένως δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί αλλαγή τάσης.

Η έρευνα Κοτζαμάνη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει ότι πίσω από τη συρρίκνωση δεν βρίσκεται μόνο η απόφαση των ζευγαριών να αποκτούν λιγότερα παιδιά. Υπάρχουν πλέον και λιγότεροι δυνητικοί γονείς. Οι γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών έχουν μειωθεί θεαματικά, καθώς στις ηλικίες τεκνοποίησης εισέρχονται οι μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά τη μεγάλη πτώση των γεννήσεων της δεκαετίας του 1980.

Έτσι δημιουργείται ένας δημογραφικός φαύλος κύκλος: λιγότερες γεννήσεις πριν από 25 ή 30 χρόνια σημαίνουν σήμερα λιγότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας· αυτές αποκτούν κατά μέσο όρο λιγότερα παιδιά και σε μεγαλύτερη ηλικία, με αποτέλεσμα η επόμενη γενιά να είναι ακόμη μικρότερη.

Η Αρκαδία στο επίκεντρο
Στην Αρκαδία η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής. Το 2024 οι γεννήσεις περιορίστηκαν στις 401, μειωμένες κατά 4,3% σε σχέση με το 2023, ενώ οι θάνατοι ήταν 1.058. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν συνεπώς -657 άτομα μέσα σε ένα μόνο έτος. Για κάθε γέννηση αντιστοιχούσαν περίπου 2,64 θάνατοι.

Και χρειάζεται εδώ μια σημαντική διευκρίνιση. Κατά καιρούς δημοσιεύονται για την Αρκαδία πολύ μικρότεροι αριθμοί γεννήσεων –περίπου 100 τον χρόνο– από τα στοιχεία των τοπικών ληξιαρχείων. Δεν πρόκειται για συγκρίσιμα μεγέθη. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη φυσική κίνηση αποδίδουν τις γεννήσεις στον τόπο μόνιμης κατοικίας της μητέρας, ενώ οι καταχωρίσεις συγκεκριμένων ληξιαρχείων επηρεάζονται από τον τόπο όπου δηλώνεται το γεγονός. Για δημογραφικές συγκρίσεις μεταξύ περιοχών, συνεπώς, το κατάλληλο μέγεθος είναι αυτό της ΕΛΣΤΑΤ.

Η Αρκαδία δεν είναι μόνη. Σε ολόκληρη την Περιφέρεια Πελοποννήσου το 2024 σημειώθηκαν 3.324 γεννήσεις και 7.613 θάνατοι, περισσότεροι από δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Στη Μεσσηνία καταγράφηκαν 945 γεννήσεις και 2.150 θάνατοι, στην Κορινθία 888 και 1.866, στην Αργολίδα 593 και 1.349 και στη Λακωνία 497 και 1.190.

Η εξήγηση, σύμφωνα με την ανάλυση Κοτζαμάνη, βρίσκεται στον συνδυασμό γήρανσης, χαμηλής γονιμότητας και μετανάστευσης των νεότερων ηλικιών. Περιοχές που δεν συγκρατούν ή δεν προσελκύουν νέους ανθρώπους αποκτούν μικρότερο πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας και μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων. Έτσι μειώνονται ταυτόχρονα οι γεννήσεις και αυξάνει το σχετικό βάρος των θανάτων.

Για την Αρκαδία, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς «να γίνουν περισσότερα παιδιά». Είναι αν η περιοχή θα μπορεί να κρατήσει και να προσελκύσει ανθρώπους 20-45 ετών, με εργασία, εισόδημα, κατοικία, υπηρεσίες υγείας, παιδική φροντίδα και πραγματικές προοπτικές μόνιμης εγκατάστασης. Χωρίς μεταβολή στη σύνθεση του πληθυσμού, ακόμη και μια βελτίωση της γονιμότητας δύσκολα θα ανατρέψει γρήγορα το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο.

Δημ. Μητρόπουλος

Σχετικές δημοσιεύσεις